Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Το πετραχήλι και ο αδελφός μου.

Το ότι φορώ το πετραχήλι δεν με κάνει καλύτερό σου. 
Να το θυμάσαι αυτό, όχι για να απαξιώσεις το χάρισμα της ιεροσύνης αλλά για να μην με δεις ποτέ ως δικαστή σου και απομακρυνθείς.
-------------------------
Το πετραχήλι πάνω του φέρει μερικά κρόσια που συμβολίζουν τους ανθρώπους που ο Θεός μου εμπιστεύτηκε μέσα από το Μυστήριο της Εξομολογήσεως αλλά και γενικότερα μέσα από την ενορία που διακονώ. 
Τόσο βαθιά λοιπόν είσαι στην ζωή μου, τόσο αχώριστα πορευόμαστε πλέον σ'αυτήν την πνευματική προσπάθεια· τόσο πολύ που σε φορώ επάνω μου όταν λειτουργώ, ότι κάνω παράκληση, όταν διαβάζω την συγχωρετική ευχή. 
Σε φέρω πάνω μου ως κάτι αναπόσπαστο πλέον από την αιωνιότητά μου.
-------------------------
Το ότι φορώ το πετραχήλι δεν με κάνει καλύτερό σου, σου το ξαναλέγω. 

Ποτέ μην με δεις με ντροπή και ενοχή, γιατί δεν είμαι εδώ για να σε τιμωρήσω αλλά για να σε αγκαλιάσω, δεν είμαι εδώ για να σε κατακρίνω αλλά για να σε συμφιλιώσω με τον Φιλάνθρωπο Θεό. 
Να το θυμάσαι αυτό. Το πετραχήλι, με κάνει φίλο και συνοδοιπόρο σου, πατέρα σου ακόμα κι αν με περνάς και μερικά χρόνια...σε κάνει τέκνο μου και έννοια μου.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Η μετάνοια του κυρ-Αλέκου την εσχάτη ώρα

Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά-Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή-εμφύλιος-φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά-Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ. Ο κυρ-Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τα’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά-Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε. Παιδιά και εγγόνια είχανε τη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε. Η κυρά-Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της ‘’να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς. Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε:  ‘’Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας’’.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του. ‘’Τρέχα Καίτη, φοβάμαι. Τι θέλεις άντρα μου τα’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη. Να Μωρσή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει; Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε: ‘’Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει.
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε: Σε πιστεύω -άμανες υπάρχει ο διάβολος- υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση. Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει. ‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία, βρήκε κάποιον παπά Δημήτρη, το και το παπά μου και έλα γρήγορα. Έτσι και γίνανε όλα. Μόλις ξομολογήθηκε και κοινώνησε ο μπάρμπα Αλέκος γαλήνεψε, έλαμψε το προσωπάκι του και πέθανε συγχωρεμένος με Θεό και ανθρώπους. Πόσο μας αγαπά ο Χριστός μας, πόσο ζητά ένα ψίχουλο καλή πρόθεση, καλό λογισμό να μας σώσει. 
Απόσπασμα του βιβλίου “Η ζωή διδάσκει τον Χριστό” υπό μοναχού Ι. Αθήναι, 2017.